won ton
won
wɒn
von
ton
tɒn
ton
wonton

Ορισμός και σημασία του "won ton"στα αγγλικά

01

γουόν τον, σούπα με γουόν τον

a soup with won ton dumplings 
won ton definition and meaning
02

γουόντον, κινέζικο ζυμαράκι

a Chinese dumpling filled with spiced minced pork; usually served in soup 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
won tons

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store