Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wolfish
01
αδηφάγος, λαίμαργος
devouring or craving food in great quantities
02
λυκόμορφος, χαρακτηριστικός του λύκου
resembling or characteristic (or considered characteristic) of a wolf
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wolfish
συγκριτικός βαθμός
more wolfish
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, appearance, character
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
wolfish
wolf



























