wolfish
wol
ˈwʊl
vool
fish
fɪʃ
fish

Ορισμός και σημασία του "wolfish"στα αγγλικά

01

αδηφάγος, λαίμαργος

devouring or craving food in great quantities 
wolfish definition and meaning
02

λυκόμορφος, χαρακτηριστικός του λύκου

resembling or characteristic (or considered characteristic) of a wolf 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wolfish
συγκριτικός βαθμός
more wolfish
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store