with child
with
wɪθ
vith
child
ʧaɪld
chaild

Ορισμός και σημασία του "with child"στα αγγλικά

with child
01

έγκυος, σε κατάσταση εγκυμοσύνης

pregnant, especially in the later stages 
with child definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was with child and due next month. 

Ήταν έγκυος και έπρεπε να γεννήσει τον επόμενο μήνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store