Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wisdom tooth
01
φρονιμίτης, τρίτος γομφίος
the third and final set of molars that typically emerge in the back of the mouth during early adulthood
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wisdom teeth



























