Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wiretap
01
κοινοποίηση τηλεφωνικών συνομιλιών, ακροαματικότητα τηλεφώνου
a method of secretly listening to or recording telephone conversations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wiretaps
Παραδείγματα
The police obtained a warrant to conduct a wiretap on the suspect's phone to gather evidence for the investigation.
Η αστυνομία πήρε ένταλμα για να πραγματοποιήσει παρακολούθηση στο τηλέφωνο του υπόπτου για να συλλέξει αποδεικτικά στοιχεία για την έρευνα.
to wiretap
01
κρυφακούω, παρακολουθώ επικοινωνίες
tap a telephone or telegraph wire to get information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wiretap
γ΄ ενικό πρόσωπο
wiretaps
ενεστώτα μετοχή
wiretapping
απλός αόριστος
wiretapped
παθητική μετοχή
wiretapped



























