Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wireless
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wireless
συγκριτικός βαθμός
more wireless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The wireless security cameras provide real-time monitoring without the need for extensive wiring.
Οι ασύρματες κάμερες ασφαλείας παρέχουν παρακολούθηση σε πραγματικό χρόνο χωρίς την ανάγκη για εκτεταμένη καλωδίωση.
Wireless
01
ασύρματος, ραδιόφωνο
a device used for receiving and amplifying radio signals
Dialect
British
02
ασύρματο, ραδιόφωνο
a method of communication that uses radio signals, instead of wires, to send out data
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The invention of wireless made it possible to broadcast radio programs to a wide audience.
Η εφεύρεση του ασύρματου έκανε δυνατή τη μετάδοση ραδιοφωνικών προγραμμάτων σε ένα ευρύ κοινό.
Λεξικό Δέντρο
wirelessly
wireless
wire



























