Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wiper
01
υαλοκαθαριστήρας, συσκευή καθαρισμού παρμπρίζ
a mechanical device that cleans the windshield
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wipers
02
υαλοκαθαριστήρας, ολισθαίνουσα επαφή
contact consisting of a conducting arm that rotates over a series of fixed contacts and comes to rest on an outlet
03
καθαριστής, εργάτης που σκουπίζει
a worker who wipes
Λεξικό Δέντρο
wiper
wipe



























