wipeout
wipe
ˈwaɪp
ουαιπ
out
aʊt
αουτ

Ορισμός και σημασία του "wipeout"στα αγγλικά

01

πτώση, ανατροπή

a spill in some sport (as a fall from a bicycle or while skiing or being capsized on a surfboard) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wipeouts
02

θερμοπληξία, καύσωνας

be uncomfortably hot 
03

ολοσχερής καταστροφή, πλήρης αποτυχία

a total destruction or failure 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

wipeout

wipe

+

out

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store