Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wipeout
01
πτώση, ανατροπή
a spill in some sport (as a fall from a bicycle or while skiing or being capsized on a surfboard)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wipeouts
02
θερμοπληξία, καύσωνας
be uncomfortably hot
03
ολοσχερής καταστροφή, πλήρης αποτυχία
a total destruction or failure
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
wipeout
wipe
out



























