Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Winery
01
οινοποιείο, κρασοποιείο
a place where wine is made and usually stored
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wineries
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
winery
wine



























