Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wineglass
01
ποτήρι κρασιού, κύπελλο κρασιού
a stemmed drinking glass with a bowl-shaped top that narrows to concentrate the aroma of wine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wineglasses
Λεξικό Δέντρο
wineglass
wine
glass



























