wimpy
wim
ˈwɪm
vim
py
pi
pi
wispy

Ορισμός και σημασία του "wimpy"στα αγγλικά

01

αδύναμος, ανεπιτυχής

weak and ineffectual 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
wimpiest
συγκριτικός βαθμός
wimpier
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

wimpy
wimp
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store