wildflower
wild
ˈwaɪld
ουαιλντ
flower
flaʊə
φλαουε
windflower

Ορισμός και σημασία του "wildflower"στα αγγλικά

01

wild or uncultivated flowering plant 

γραμματικές πληροφορίες

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store