wild leek
wild
waɪld
vaild
leek
li:k
lik

Ορισμός και σημασία του "wild leek"στα αγγλικά

01

άγριο πράσο, άγριο κρεμμύδι

a type of wild onion with a distinct garlicky flavor 
wild leek definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wild leeks
Παραδείγματα
He looked at his daughter planting wild leek bulbs in the garden. 

Κοίταξε την κόρη του να φυτεύει βολβούς άγριου πράσου στον κήπο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store