wild goat
wild
waɪld
vaild
goat
gəʊt
gewt

Ορισμός και σημασία του "wild goat"στα αγγλικά

01

αγριοκάτσικο, άγρια κατσίκα

undomesticated goat 
wild goat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wild goats

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store