Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wild boar
01
αγριόχοιρος
a wild pig with a pair of small tusks that is native to Eurasia and North Africa
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wild boars



























