widowed
wi
ˈwɪ
vi
dowed
dəʊd
dewd

Ορισμός και σημασία του "widowed"στα αγγλικά

01

χήρος/χήρα

referring to an individual whose spouse has died and who has not remarried 
widowed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After her husband passed away, she found herself widowed. 

Μετά το θάνατο του συζύγου της, βρέθηκε χήρα.

Λεξικό Δέντρο

widowed
widow
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store