wide-eyed
wide
waɪd
vaid
eyed
aɪd
aid

Ορισμός και σημασία του "wide-eyed"στα αγγλικά

01

με ανοιχτά μάτια, αφελής

exhibiting childlike simplicity and credulity 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wide-eyed
συγκριτικός βαθμός
more wide-eyed
διαβαθμίσιμο
02

με ανοιχτά μάτια, έκπληκτος

(used of eyes) fully open or extended 
Παραδείγματα
The child looked wide-eyed at the colorful parade.

Το παιδί κοίταξε με τα μάτια ανοιχτά την πολύχρωμη παρέλαση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store