Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wide-angle
01
ευρεία γωνία, με ευρυγώνιο φακό
covering a broad or extensive view, often used to describe a lens or perspective that captures a wide field
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
widest-angle
συγκριτικός βαθμός
wider-angle
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The photographer used a wide-angle lens to capture the entire landscape in one shot.
Ο φωτογράφος χρησιμοποίησε έναν ευρυγώνιο φακό για να καταγράψει ολόκληρο το τοπίο σε μία λήψη.
02
ευρεία γωνία, ευρύ φάσμα
extend in importance or range



























