wholesaler
Pronunciation
/ˈhoʊɫˌseɪɫɝ/

Ορισμός και σημασία του "wholesaler"στα αγγλικά

01

χονδρέμπορος, πωλητής χονδρικής

someone who buys large quantities of goods and resells to merchants rather than to the ultimate customers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wholesalers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store