wholesale
Pronunciation
/ˈhoʊlˌseɪl/

Ορισμός και σημασία του "wholesale"στα αγγλικά

01

χονδρική πώληση, χονδρική

the process or activity of selling goods in large quantities to businesses at a lower price
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Wholesale allows small businesses to purchase products at a reduced price.
Το χονδρικό επιτρέπει στις μικρές επιχειρήσεις να αγοράζουν προϊόντα σε μειωμένη τιμή.
to wholesale
01

πωλώ χονδρική, εμπορεύομαι χονδρική

to sell products in large quantities at lower prices to other stores, rather than to the public directly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wholesale
γ΄ ενικό πρόσωπο
wholesales
ενεστώτα μετοχή
wholesaling
απλός αόριστος
wholesaled
παθητική μετοχή
wholesaled
Παραδείγματα
By wholesaling their goods, the small business was able to reduce inventory quickly and generate consistent cash flow.
Με χονδρική πώληση των εμπορευμάτων τους, η μικρή επιχείρηση μπόρεσε να μειώσει γρήγορα τα αποθέματα και να δημιουργήσει σταθερή ταμειακή ροή.
01

χονδρική, σε μεγάλες ποσότητες

in large quantities at a reduced price
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The farmers sold their produce wholesale to local markets.
Οι αγρότες πούλησαν τα προϊόντα τους χονδρική στις τοπικές αγορές.
02

χονδρικά, μαζικά

on a large scale or in a widespread manner, often without careful selection
Παραδείγματα
The changes were applied wholesale without consulting staff.
Οι αλλαγές εφαρμόστηκαν χύδην χωρίς να συμβουλευτούν το προσωπικό.
01

γενικός, μαζικός

done or carried out on a large scale without regard for distinctions or selectivity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wholesale
συγκριτικός βαθμός
more wholesale
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fire caused wholesale damage to the neighborhood.
Η πυρκαγιά προκάλεσε ολοκληρωτικές ζημιές στη γειτονιά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store