Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
White pages
01
λευκές σελίδες, τηλεφωνικός κατάλογος
the section of a phone book that gives the list of the names, addresses and phone numbers of individuals and businesses in an alphabetical order
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
white pages
Παραδείγματα
I looked up his number in the white pages to give him a call.
Έψαξα τον αριθμό του στα λευκές σελίδες για να του τηλεφωνήσω.



























