white pages
white
ˈwaɪt
vait
pa
peɪ
pei
ges
ʤɪz
jiz

Ορισμός και σημασία του "white pages"στα αγγλικά

01

λευκές σελίδες, τηλεφωνικός κατάλογος

the section of a phone book that gives the list of the names, addresses and phone numbers of individuals and businesses in an alphabetical order 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
white pages
Παραδείγματα
I looked up his number in the white pages to give him a call. 

Έψαξα τον αριθμό του στα λευκές σελίδες για να του τηλεφωνήσω.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store