Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
White pages
01
λευκές σελίδες, τηλεφωνικός κατάλογος
the section of a phone book that gives the list of the names, addresses and phone numbers of individuals and businesses in an alphabetical order
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
I remember spending hours flipping through the white pages when I needed to contact people before the Internet became popular.
Θυμάμαι ότι περνούσα ώρες ξεφυλλίζοντας τις λευκές σελίδες όταν χρειαζόμουν να επικοινωνήσω με ανθρώπους πριν γίνει δημοφιλής το Διαδίκτυο.



























