white noise
white
waɪt
vait
noise
nɔɪz
noyz

Ορισμός και σημασία του "white noise"στα αγγλικά

01

λευκός θόρυβος, λευκός ήχος

a noise that holds numerous sound frequencies with the same strengths 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The white noise from the fan helped me fall asleep faster. 

Ο λευκός θόρυβος από τον ανεμιστήρα με βοήθησε να κοιμηθώ πιο γρήγορα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store