white matter
white
ˈwaɪt
ουαιτ
ma
μαι
tter
τα

Ορισμός και σημασία του "white matter"στα αγγλικά

01

λευκή ουσία, λευκή ύλη

the tissue in the central nervous system composed of myelinated nerve fibers 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store