Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
White hope
01
μεγάλη ελπίδα, άσπρη ελπίδα
someone who is supposed to bring significant success for a business, group, etc. in the near future
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
white hopes
LanGeek



























