white chocolate
white
ˈwaɪt
ουαιτ
choco
ʧɑ:k
τσακ
late
lət
λατ
/wˈaɪt tʃˈɒklət/

Ορισμός και σημασία του "white chocolate"στα αγγλικά

White chocolate
01

λευκή σοκολάτα, λευκή σοκολάτα γάλακτος

a type of chocolate that is made from cocoa butter, sugar, milk solids, and often a small amount of vanilla or other flavorings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
white chocolates
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store