Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
White chocolate
01
λευκή σοκολάτα, λευκή σοκολάτα γάλακτος
a type of chocolate that is made from cocoa butter, sugar, milk solids, and often a small amount of vanilla or other flavorings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
white chocolates



























