Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wetland
01
υγρότοπος, βάλτος
an area of land characterized by its soil, water, and vegetation, where the water table is at or near the surface for a significant part of the year
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wetlands
Παραδείγματα
Wetlands act as natural buffers against floods by absorbing and slowing the flow of water during heavy rainfall.
Οι υγροτόποι λειτουργούν ως φυσικά φράγματα κατά των πλημμυρών απορροφώντας και επιβραδύνοντας τη ροή του νερού κατά τη διάρκεια ισχυρών βροχοπτώσεων.
Λεξικό Δέντρο
wetland
wet
land



























