wetsuit
wet
wɛt
vet
suit
sju:t
syoot
wet suit

Ορισμός και σημασία του "wetsuit"στα αγγλικά

01

στολή κατάδυσης, βουτηχτήρι

a tight-fitting piece of clothing made of rubber that is worn by underwater swimmers to remain warm 
wetsuit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wetsuits
Παραδείγματα
He zipped up his wetsuit before heading into the chilly ocean waters to surf. 

Έκλεισε τη στολή κατάδυσης του πριν κατευθυνθεί στα κρύα νερά του ωκεανού για σέρφινγκ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store