wet nurse
wet
wɛt
vet
nurse
nɜ:s
nēs
wetnurse

Ορισμός και σημασία του "wet nurse"στα αγγλικά

01

θηλάστρα, τροφός

a woman who breastfeeds and cares for another person's child 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wet nurses
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store