Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
well-rounded
01
πολυδιάστατος, πλήρης
having a diverse set of skills, knowledge, or experiences across multiple areas
Παραδείγματα
She admires his well-rounded perspective on both technical and creative issues.
Εκτιμά την ολοκληρωμένη του προοπτική τόσο σε τεχνικά όσο και σε δημιουργικά ζητήματα.



























