well-rounded
well
wɛl
ουελ
roun
raʊn
ραουν
ded
dɪd
ντιντ
well rounded

Ορισμός και σημασία του "well-rounded"στα αγγλικά

well-rounded
01

πολυδιάστατος, πλήρης

having a diverse set of skills, knowledge, or experiences across multiple areas 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most well-rounded
συγκριτικός βαθμός
more well-rounded
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
personality, education, skills
Παραδείγματα
She is a well-rounded student, excelling in academics, sports, and arts. 

Είναι μια πολύπλευρη μαθήτρια, που διακρίνεται στα ακαδημαϊκά, τα αθλήματα και τις τέχνες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store