web browser
web
ˈwɛb
ουεμπ
brow
braʊ
μπραου
ser
zər
ζαρ
/wˈɛb bɹˈaʊzə/

Ορισμός και σημασία του "web browser"στα αγγλικά

01

περιηγητής ιστού, πλοηγός διαδικτύου

a program used to view HTML documents
web browser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
web browsers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store