Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Weather station
01
μετεωρολογικός σταθμός
one of a network of observation posts where meteorological data is recorded
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
weather stations
LanGeek



























