Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Watercolor
01
υδατογραφία, υδατοχρώματα
a type of paint made with water-soluble pigments, used by artists for transparent or soft effects
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
watercolors
Παραδείγματα
She bought a set of professional watercolors for her studio.
Αγόρασε ένα σετ επαγγελματικών υδατογραφιών για το στούντιό της.
Παραδείγματα
The artist's gallery featured a stunning watercolor of a serene lake at sunrise, with soft, blended hues creating a tranquil scene.
Η γκαλερί του καλλιτέχνη παρουσίαζε ένα εντυπωσιακό ακουαρέλ μιας γαλήνιας λίμνης κατά την ανατολή του ηλίου, με απαλά, αναμειγνυόμενα χρώματα που δημιουργούσαν μια γαλήνια σκηνή.
03
υδατογραφία, ζωγραφική με υδατογραφία
the method or practice of creating paintings using pigments mixed with water
Παραδείγματα
She studied watercolor in her first year of art school.
Μελέτησε υδατογραφία στο πρώτο έτος της σχολής καλών τεχνών.
to watercolor
01
ζωγραφίζω με υδατοχρώματα, υδατογραφώ
to apply pigments suspended in water to paper or another surface to create a painting, typically producing a translucent or soft effect
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
watercolor
γ΄ ενικό πρόσωπο
watercolors
ενεστώτα μετοχή
watercoloring
απλός αόριστος
watercolored
παθητική μετοχή
watercolored
Παραδείγματα
She decided to watercolor a landscape of the mountains.
Αποφάσισε να ζωγραφίσει με υδατογραφία ένα τοπίο των βουνών.
Λεξικό Δέντρο
watercolorist
watercolor



























