to water ski
wa
ˈwɔ:
vaw
ter
ski
ski:
ski

Ορισμός και σημασία του "water ski"στα αγγλικά

to water ski
01

κάνω θαλάσσια σκι, σκι αρμάτων

to ride on the surface of water by a pair of skies that are pulled by a motorboat 
to water ski definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
water ski
γ΄ ενικό πρόσωπο
water skis
ενεστώτα μετοχή
water skiing
απλός αόριστος
water skied
παθητική μετοχή
water skied
Παραδείγματα
She learned how to water ski during her summer vacation. 

Έμαθε να κάνει θαλάσσια σκι κατά τις καλοκαιρινές της διακοπές.

01

θαλάσσιο σκι, σανίδα θαλάσσιου σκι

broad ski for skimming over water towed by a speedboat 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
water skis
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store