Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bloodhound
01
Bloodhound, Κυνηγόσκυλο
a large European dog with long flappy ears that has a sharp sense of smell, used for tracking people down
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bloodhounds
LanGeek



























