Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Water gun
01
νερόπιστολο, νερόβεργα
a toy gun that shoots water, typically used for outdoor play and water-based games, providing a fun and refreshing way to engage in water fights and activities during hot weather
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
water guns
Παραδείγματα
They filled the water guns and got ready for the big water battle.
Γέμισαν τα νερόπιστολα και ετοιμάστηκαν για τη μεγάλη μάχη με νερό.



























