Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to watch over
01
επιτηρώ, φρουρώ
to be in charge of someone or something and to protect them from any harm
Transitive: to watch over sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
watch
ενεστώτας
watch over
γ΄ ενικό πρόσωπο
watches over
ενεστώτα μετοχή
watching over
απλός αόριστος
watched over
παθητική μετοχή
watched over
Παραδείγματα
The bodyguard watches over the celebrity discreetly in public.
Ο σωματοφύλακας παρακολουθεί τη διασημότητα διακριτικά σε δημόσιους χώρους.



























