Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Warmness
01
ζεστασιά
the quality of having a moderate degree of heat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
θερμότητα, αγάπη
a positive feeling of liking
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
warmness
warm



























