Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wall creeper
01
τοιχοδρόμος, βραχοκλίτης
a small bird species with a distinctive ability to climb vertical surfaces, such as cliffs and walls, using its specialized feet and beak
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wall creepers



























