walking
Pronunciation
/ˈwɔkɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "walking"στα αγγλικά

01

πεζοπορία, βόλτα

the act of taking long walks, particularly in the mountains or countryside, for pleasure or exercise
Dialectbritish flagBritish
hikingamerican flagAmerican
walking definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
A pair of comfortable shoes is essential for long-distance walking.
Ένα ζευγάρι άνετα παπούτσια είναι απαραίτητο για πεζοπορία μεγάλων αποστάσεων.
01

προσβάσιμο με τα πόδια, αρκετά κοντά για περπάτημα

close enough to be walked to
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most walking
συγκριτικός βαθμός
more walking
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store