Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to walk away
01
φεύγω, αποχωρώ
to leave a situation, place, or person
Intransitive: to walk away from a situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
walk
ενεστώτας
walk away
γ΄ ενικό πρόσωπο
walks away
ενεστώτα μετοχή
walking away
απλός αόριστος
walked away
παθητική μετοχή
walked away
Παραδείγματα
They decided to walk away from the job due to dissatisfaction.
Αποφάσισαν να φύγουν από τη δουλειά λόγω δυσαρέσκειας.
02
βγαίνω αβλαβής, βγαίνω χωρίς ούτε γρατζουνιά
to come out of an accident or a dangerous situation without getting hurt
Intransitive: to walk away from a dangerous situation
Παραδείγματα
The driver walked away from the car accident without any injuries.
Ο οδηγός βγήκε από το αυτοκινητιστικό ατύχημα χωρίς τραυματισμούς.



























