walk-on
walk
wɑ:k
ουακ
on
ɑ:n
αν
/wˈɔːkˈɒn/

Ορισμός και σημασία του "walk-on"στα αγγλικά

01

συμπαραγωγός, μικρός ρόλος χωρίς κύριους διαλόγους

a small, non-speaking role played by an actor who appears briefly on screen, often as a background character or extra
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
walk-ons
01

άλαλος, χωρίς λόγια

not capable of or especially not involving speech or spoken lines
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most walk-on
συγκριτικός βαθμός
more walk-on
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store