Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Walk-on
01
συμπαραγωγός, μικρός ρόλος χωρίς κύριους διαλόγους
a small, non-speaking role played by an actor who appears briefly on screen, often as a background character or extra
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
walk-ons
walk-on
01
άλαλος, χωρίς λόγια
not capable of or especially not involving speech or spoken lines
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most walk-on
συγκριτικός βαθμός
more walk-on
διαβαθμίσιμο



























