Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Waiting
01
αναμονή
the act of waiting (remaining inactive in one place while expecting something)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
waiting
01
σε αναμονή, διαθέσιμος
being and remaining ready and available for use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most waiting
συγκριτικός βαθμός
more waiting
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
waiting
wait



























