waiting
wai
ˈweɪ
ουει
ting
tɪng
τινγκ
/wˈe‍ɪtɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "waiting"στα αγγλικά

01

αναμονή

the act of waiting (remaining inactive in one place while expecting something)
waiting definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
01

σε αναμονή, διαθέσιμος

being and remaining ready and available for use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most waiting
συγκριτικός βαθμός
more waiting
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store