Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Voodoo
01
ένα φυλαχτό, ένα γούρι
a charm superstitiously believed to embody magical powers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
voodoos
02
βουντού, λατρεία βουντού
a religious cult involving witchcraft and the worship of spirits, especially common in parts of the Caribbean
03
βουντού
(Haiti) followers of a religion that involves witchcraft and animistic deities
to voodoo
01
μαγεύω, γοητεύω
bewitch by or as if by a voodoo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
voodoo
γ΄ ενικό πρόσωπο
voodoos
ενεστώτα μετοχή
voodooing
απλός αόριστος
voodooed
παθητική μετοχή
voodooed
Λεξικό Δέντρο
voodooism
voodoo



























