Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to vomit up
01
εμετός, ξεραίνω
eject the contents of the stomach through the mouth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
vomit
ενεστώτας
vomit up
γ΄ ενικό πρόσωπο
vomits up
ενεστώτα μετοχή
vomiting up
απλός αόριστος
vomited up
παθητική μετοχή
vomited up



























