volition
vo
voʊ
βου
li
ˈlɪ
λι
tion
ʃən
σαν
/vəlˈɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "volition"στα αγγλικά

01

βούληση, ελεύθερη βούληση

the faculty to use free will and make decisions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Despite the challenges, she faced them with determination and volition, refusing to give up on her goals.
Παρά τις προκλήσεις, τις αντιμετώπισε με αποφασιστικότητα και βούληση, αρνούμενη να εγκαταλείψει τους στόχους της.
02

βούληση, απόφαση

a specific instance of deciding
Παραδείγματα
Every volition we make shapes our future.
Κάθε βούληση που κάνουμε διαμορφώνει το μέλλον μας.

Λεξικό Δέντρο

volitional
volition
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store