Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blind date
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blind dates
Παραδείγματα
She agreed to go on a blind date set up by her best friend.
Συμφώνησε να πάει σε ένα ραντεβού τυφλά που οργάνωσε η καλύτερή της φίλη.
02
ραντεβού τυφλό, συμμετέχων σε ραντεβού τυφλό
a participant in a blind date (someone you meet for the first time when you have a date with them)



























