Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blind alley
01
αδιέξοδο, κατάσταση χωρίς αποτέλεσμα
a course or situation that yields no useful results
Παραδείγματα
The team 's tactics were a blind alley, with no way to score or win the game.
Η τακτική της ομάδας ήταν ένα αδιέξοδο, χωρίς τρόπο να σκοράρει ή να κερδίσει το παιχνίδι.
02
αδιέξοδο, τυφλό σοκάκι
a passage or street allowing entry and exit from one end
Παραδείγματα
We got lost and ended up in a blind alley with no way through.
Χαθήκαμε και καταλήξαμε σε ένα αδιέξοδο χωρίς διέλευση.



























