Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Virago
01
μεγέρα, αρπίδα
a woman who is loud, ill-tempered, and aggressive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
viragos
Παραδείγματα
The school teacher, often seen as a virago, surprised everyone with her warm and supportive demeanor.
Η δασκάλα του σχολείου, συχνά θεωρούμενη ως στρίγκλα, εξέπληξε όλους με τη ζεστή και υποστηρικτική της συμπεριφορά.
02
βιράγο, μεγάλη
a large strong and aggressive woman



























