Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Virago
01
μεγέρα, αρπίδα
a woman who is loud, ill-tempered, and aggressive
Παραδείγματα
His description of his boss as a virago was a reflection of their difficult working relationship.
Η περιγραφή του για το αφεντικό του ως στρίγκλα ήταν μια αντανάκλαση της δύσκολης εργασιακής τους σχέσης.
02
βιράγο, μεγάλη
a large strong and aggressive woman



























