virago
vi
vi
ra
ˈrɑ:
raa
go
gəʊ
gew
virgo

Ορισμός και σημασία του "virago"στα αγγλικά

01

μεγέρα, αρπίδα

a woman who is loud, ill-tempered, and aggressive 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
viragos
Παραδείγματα
The school teacher, often seen as a virago, surprised everyone with her warm and supportive demeanor. 

Η δασκάλα του σχολείου, συχνά θεωρούμενη ως στρίγκλα, εξέπληξε όλους με τη ζεστή και υποστηρικτική της συμπεριφορά.

02

βιράγο, μεγάλη

a large strong and aggressive woman 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store