Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Viper
01
οχιά, έχιδνα
a venomous Eurasian snake with relatively large fangs that goes deep into the body of a prey
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vipers



























