Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blender
01
μίξερ, αναμικτήρας
an electrical device used to blend, mix, or puree food and liquids into a smooth consistency
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
blenders
Παραδείγματα
She used the blender to make a fruit smoothie with bananas, strawberries, and yogurt.
Χρησιμοποίησε το μίξερ για να φτιάξει ένα φρουτοποτό με μπανάνες, φράουλες και γιαούρτι.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
blender
blend



























